Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αβάφτιστος & αβάπτιστος , η, ο [ἀβάφτιστος] α-βά-φτι-στος επίθ.: που δεν έχει βαφτιστεί, αποκτήσει όνομα: ~ο: μωρό (ΑΝΤ. βαφτισμένο). Το παιδί έμεινε ~ο. Άθεοι/αλλόθρησκοι/άπιστοι και ~οι (: μη βαφτισμένοι χριστιανοί). || ~ος: πλανήτης. ~η: βουνοκορφή. ~ο: πλοίο. [< μτγν. ἀβάπτιστος]