Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αβέρτα [ἀβέρτα] α-βέρ-τα επίρρ. (λαϊκό-προφ.) 1. χωρίς φειδώ, χωρίς μέτρο: Δίνει/ξοδεύει/πουλάει ~. Μοιράζει ~ υποσχέσεις (πβ. απλόχερα). 2. (σπάν.) ελεύθερα, φανερά, απροκάλυπτα: Συζητούσαν ~. Δεν μάσησε τα λόγια του· τους τα 'πε ~. Πβ. καθαρά και ξάστερα, ορθά κοφτά, σταράτα. ● ΦΡ.: αβέρτα-κουβέρτα (εμφατ.): σε μεγάλο βαθμό και χωρίς μέτρο: Κάνει παρανομίες/πίνει ~ ~. [< βεν. averto]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.