Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αβαείο [ἀβαεῖο] α-βα-εί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ρωμαιοκαθολικό μοναστήρι: ~ γοτθικού ρυθμού. Το ~ των Βενεδικτίνων/του Μπέλλα Πάις (στην Κύπρο). 2. (σπάν.) η έδρα, η κατοικία του αβά. Πβ. ηγουμενείο. [< γαλλ. abbaye]