Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αβανταδόρικος , η, ο [ἀβανταδόρικος] α-βα-ντα-δό-ρι-κος επίθ. (προφ.) 1. που έχει ή παρουσιάζει πολλά πλεονεκτήματα, που παρέχει πολλές δυνατότητες και κατ' επέκτ. δημιουργεί αίσθηση, εντύπωση, ενδιαφέρον: ~ος: ρόλος/τίτλος. ~η: εμφάνιση/ιδέα/σκηνοθεσία. ~ο: θέμα. ~ες: ατάκες. ~α: τραγούδια. ~ χώρος με ωραία θέα στη θάλασσα (πβ. προνομιακός). 2. που έχει υποστηρικτικό, βοηθητικό ρόλο, που λειτουργεί υπέρ κάποιου: ~η: κίνηση/τακτική. ~ες: ερωτήσεις. ● επίρρ.: αβανταδόρικα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.