Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αβγοθήκη [ἀβγοθήκη] α-βγο-θή-κη ουσ. (θηλ.) & αυγοθήκη: μικρό σκεύος ή θήκη για την τοποθέτηση αβγού ή αβγών: γυάλινη/επιτραπέζια/πλαστική/πορσελάνινη/χάρτινη ~. ~ ψυγείου. Ατομικές/κεραμικές/πασχαλινές ~ες.|| (κατ' επέκτ.) Πρόχειρη μόνωση με ~ες (: υλικό που μοιάζει με ~) στους τοίχους. Παλέτα ζωγραφικής ~. Πβ. αβγουλιέρα. Βλ. -θήκη.

-θήκη

-θήκη: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση ειδικής κατασκευής, αντικειμένου ή χώρου όπου τοποθετούνται ή φυλάσσονται αντικείμενα: βιβλιο~/εργαλειο~/καρτελο~/καρτο~/ομπρελο~/παπουτσο~/προσπεκτο~.|| Κλειδο~/μαξιλαρο~.|| Aβγο~ (πβ. αβγουλ-ιέρα).|| Γλυπτο~/πινακο~. Οστεο~ (βλ. οστεο-φυλάκιο).