Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αβιταμίνωση [ἀβιταμίνωση] α-βι-τα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανεπαρκής λήψη ή αδυναμία απορρόφησης βιταμινών από τον οργανισμό: ~ Β (: μπέρι μπέρι, πελάγρα)/C (: σκορβούτο)/D (: ραχίτιδα). Βλ. υποβιταμίνωση. ΑΝΤ. υπερβιταμίνωση [< γαλλ. avitaminose, 1919, αγγλ. avitaminosis, 1914]

υποβιταμίνωση

υποβιταμίνωση[ὑποβιταμίνωση] υ-πο-βι-τα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση που προκαλείται από την έλλειψη μίας ή περισσοτέρων βιταμινών στον οργανισμό. Βλ. αβιταμίνωση. ΑΝΤ. υπερβιταμίνωση [< γαλλ. hypovitaminose, 1955, αγγλ. hypovitaminosis, 1923]