Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αβοήθητος , η, ο [ἀβοήθητος] α-βο-ή-θη-τος επίθ.: που δεν έχει ή δεν βρήκε βοήθεια, υποστήριξη: ~α: ζώα/παιδιά. ~ από συγγενείς/φίλους. Αισθάνεται/μένει ~. ~ στο έλεος του Θεού (πβ. ανυπεράσπιστος, απροστάτευτος). Αδύναμος/άστεγος/μικρός και ~. Αιμορραγούσε ~ (στον δρόμο). Εγκατέλειψε ~ο το θύμα του. ● ΦΡ.: μόνος κ(α)ι αβοήθητος (εμφατ.): χωρίς καμία απολύτως βοήθεια: Αγωνίστηκε/αντιμετώπισε (το πρόβλημα)/ξεψύχησε ~ ~. ~ ~ στη μάχη/στην προσπάθεια για ... Τον άφησαν ~ο και ~ο. Μεγάλωσε ~η και ~η τα παιδιά της. [< μτγν. ἀβοήθητος]