Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αβόλευτος , η, ο [ἀβόλευτος] α-βό-λευ-τος επίθ. (οικ.-μτφ.) 1. που δεν βολεύεται, δεν συμβιβάζεται, δεν επαναπαύεται: ~η: ψυχή. ~οι: αγωνιστές. ~ στο σύστημα. 2. (για πρόσ.) που δεν έχει βολευτεί, δεν έχει αποκατασταθεί επαγγελματικά, οικονομικά. ΑΝΤ. αποκατεστημένος (1), βολεμένος ● ΦΡ.: έχει τον αβόλευτο (προφ.): δεν κάθεται σε ησυχία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.