αγέννητος , η, ο [ἀγέννητος] α-γέν-νη-τος επίθ. 1. που δεν έχει ακόμα γεννηθεί ή δημιουργηθεί ή (σπάν. για ζώο) που δεν έχει γεννήσει: ~η: αγάπη. ~ο: έργο. ~ο: παιδί. ~ες: ζωές/λέξεις. Εκείνη την εποχή εσύ ήσουν ~.2. ΦΙΛΟΣ. αυθύπαρκτος, προαιώνιος: ~η: ύλη/ψυχή (: που προϋπάρχει). ~ο: ον. Ο ~ κόσμος των ιδεών. Βλ. αδημιούργητος.|| (ΘΕΟΛ.) Ο Πατέρας είναι ~. [< αρχ. ἀγέννητος]
αδημιούργητος
αδημιούργητος, η, ο [ἀδημιούργητος] α-δη-μι-ούρ-γη-τος επίθ. 1. που βρίσκεται στην αρχή της σταδιοδρομίας του, δεν έχει ακόμα αποκτήσει οικονομική επιφάνεια. ΑΝΤ. δημιουργημένος (2), επιτυχημένος (2), φτασμένος (1) 2. ΦΙΛΟΣ. που δεν δημιουργήθηκε από κάποιον: ~η: αιτία του κόσμου/αρχή των πραγμάτων. ~ο: Σύμπαν.|| (ΘΕΟΛ.) Ο Θεός είναι άκτιστος, ~ (: αγέννητος, άπλαστος), ενώ ο άνθρωπος κτίσμα, δημιούργημα.|| (ως ουσ.) Η αιωνιότητα και το ~ο του κόσμου. [< 1: αγγλ. not made 2: μτγν. ἀδημιούργητος]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.