Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • αγέρας [ἀγέρας] α-γέ-ρας ουσ. (αρσ.) {αγέρ-ηδες} (λογοτ.): αέρας, άνεμος: Ο ~ δυνάμωσε/λυσσομανά. Ένιωθε να τον χτυπούν όλοι οι ~ηδες. ● Υποκ.: αγεράκι (το): Βλ. αεράκι. [< μεσν. αγέρας]
  • αγέραστος , η, ο [ἀγέραστος] α-γέ-ρα-στος επίθ.: που δεν γερνά, που παραμένει ακμαίος, αναλλοίωτος στον χρόνο: ~ος: άνθρωπος. ~η: ομορφιά/φωνή. ~ο: πρόσωπο. ~ και αειθαλής.|| (μτφ.) ~η: δόξα/μνήμη/τέχνη. ~ο: έργο (= αθάνατο, αιώνιο). ~α: βουνά. ΑΝΤ. γερασμένος (1)

αεράκι

αεράκιβλ. αέρας