Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγέραστος , η, ο [ἀγέραστος] α-γέ-ρα-στος επίθ.: που δεν γερνά, που παραμένει ακμαίος, αναλλοίωτος στον χρόνο: ~ος: άνθρωπος. ~η: ομορφιά/φωνή. ~ο: πρόσωπο. ~ και αειθαλής.|| (μτφ.) ~η: δόξα/μνήμη/τέχνη. ~ο: έργο (= αθάνατο, αιώνιο). ~α: βουνά. ΑΝΤ. γερασμένος (1)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.