Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • αγέρι [ἀγέρι] α-γέ-ρι ουσ. (ουδ.) & αέρι (λογοτ.): απαλός, ήπιος άνεμος: δροσερό/θαλασσινό ~. Τ' ~ της αυγής. Η ανάσα/το χάδι του ~ιού. Τ' ~ φυσά γλυκά. ΣΥΝ. αεράκι, αύρα (1) [< μεσν. αέριν]
  • αγερικό βλ. αερικό

αερικό

αερικό[ἀερικό] α-ε-ρι-κό ουσ. (ουδ.) & αγερικό: ΛΑΟΓΡ. (σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες) άυλο πλάσμα που συνήθ. προκαλεί κακό στους ανθρώπους. Πβ. ξωτικό, στοιχειό, τελώνιο, φάντασμα. Βλ. νεράιδα. [< μεσν. αερικό(ν)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.