Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγέρωχος , η, ο [ἀγέρωχος] α-γέ-ρω-χος επίθ. 1. υπερήφανος, επιβλητικός, μεγαλόπρεπος: ~η: κορμοστασιά/στάση. ~ο: βλέμμα/παράστημα/περπάτημα/ύφος. Βαδίζει/προχωρά/στέκεται ~.|| (μτφ.) ~ος: πλάτανος/φάρος. ~ο: βουνό/κάστρο. Ο ναός δεσπόζει/ορθώνεται μεγαλοπρεπής και ~. 2. (σπανιότ., καταχρ.) αλαζονικός, ακατάδεκτος: ~η: συμπεριφορά. Υπεροπτικός και ~ φοβέριζε όλο τον κόσμο. ● επίρρ.: αγέρωχα [< αρχ. ἀγέρωχος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.