Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • αγίασμα [ἁγίασμα] α-γί-α-σμα ουσ. (ουδ.) {αγιάσμ-ατος} 1. αγιασμένο νερό, αγιασμός: θαυματουργό ~. Εκεί που βρέθηκε η ιερή εικόνα της Παναγίας, ανάβλυζε ~. 2. πηγή, το νερό της οποίας θεωρείται ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες και συνεκδ. ο χώρος στον οποίο βρίσκεται: Το ~ του Αγίου Θεράποντα/της Ζωοδόχου Πηγής. Το ~ του μοναστηριού. [< μτγν. ἁγίασμα]
  • αγιασματάριο [ἁγιασματάριο] α-για-σμα-τά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) αγιασματάριον: μικρό εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες των μυστηρίων και ευχές, μικρό ευχολόγιο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.