Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγαθιάρης , α, ικο [ἀγαθιάρης] α-γα-θιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): που χαρακτηρίζεται από αφέλεια και ευπιστία: (για πρόσ.) απονήρευτος/χαζούλης και ~. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. αγαθός (2)