Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αγαύη [ἀγαύη] α-γαύ-η ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. το φυτό αθάνατος: μπλε ~ (επιστ. ονομασ. A. tequilana). Βλ. σιζάλ, τεκίλα. [< αρχ. Ἀγαυή < ἀγαυός ‘επιφανής, λαμπρός’, αγγλ.-γαλλ. agave]

σιζάλ

σιζάλσι-ζάλ ουσ. (ουδ.) (το) {άκλ.}: υφαντική ύλη από τα ινώδη φύλλα του μεξικάνικου φυτού αγαύη: ναυτικά σχοινιά από ~.|| (κ. ως επίθ.) Σπάγγοι ~. Βλ. κάνναβη. [< γαλλ. sisal, 1906]