Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγγάρεμα [ἀγγάρεμα] αγ-γά-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): επιβολή αναγκαστικής εργασίας και κατ' επέκτ. η ίδια η καταναγκαστική εργασία: ~ των φαντάρων. Τι ~ ήταν αυτό σήμερα! [< μεσν. αγγάρευμα]