Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγγαρεύω [ἀγγαρεύω] αγ-γα-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {αγγάρ-εψα, -εμένος}: αναθέτω σε κάποιον αγγαρεία: Τον ~εψα να με μεταφέρει/να μου ψωνίσει. [< μτγν. ἀγγαρεύω ‘στρατολογώ για μια υπηρεσία, εξαναγκάζω’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.