Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγγειογραφικός , ή, ό [ἀγγειογραφικός] αγ-γει-ο-γρα-φι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην αγγειογραφία: ~ός: έλεγχος. ~ή: απεικόνιση (ανευρύσματος). ~ό: εύρημα.|| (ως ουσ.) ~ό (ενν. εργαστήριο). 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την αγγειογραφία: ~ός: ρυθμός. ~ή: τέχνη. ● επίρρ.: αγγειογραφικά: ΙΑΤΡ. με αγγειογραφία. [< γαλλ. angiographique, αγγλ. angiographic, 1950]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.