Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγγειονευρωτικός , ή, ό [ἀγγειονευρωτικός] αγ-γει-ο-νευ-ρω-τι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αγγειονευρωτικό οίδημα & αγγειοοίδημα: ΙΑΤΡ. αλλεργική κυρ. αντίδραση που χαρακτηρίζεται από ανώδυνο πρήξιμο του δέρματος ή των βλεννογόνων: επίκτητο/κληρονομικό/συγγενές ~ ~. ~ ~ των άκρων/του προσώπου/των χειλέων. [< γαλλ. angioneurotique, 1924, αγγλ. angioneurotic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.