Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αγγειοοίδημα [ἀγγειοοίδημα] αγ-γει-ο-οί-δη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. αγγειονευρωτικό οίδημα. Βλ. κνίδωση. [< αγγλ. angioedema]

κνίδωση

κνίδωσηκνί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αλλεργική πάθηση που εκδηλώνεται με δερματικά εξανθήματα, συνοδεύεται από κνησμό και προκαλείται από διάφορα αίτια (π.χ. τσίμπημα εντόμων, τρόφιμα, φάρμακα, στρες, εντερικά παράσιτα): οξεία/χρόνια ~. Ηλιακή/ιδιοπαθής/μελαγχρωματική (βλ. μαστοκυττάρωση)/χολινεργική ~. Ανοσολογική ~ εξ επαφής. ~ από θερμότητα/πίεση/ψύχος. Βλ. αγγειοοίδημα. [< αρχ. κνίδωσις]