Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγγειοπάθεια [ἀγγειοπάθεια] αγ-γει-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε νόσος των αιμοφόρων ή λεμφικών αγγείων: αμυλοειδής/αποφρακτική/διαβητική/εγκεφαλική/περιφερική/στεφανιαία ~. ~ες των άκρων. ~ες και σακχαρώδης διαβήτης. Βλ. εγκεφαλο-, καρδιο-πάθεια, μακρο~, μικρο~. [< αγγλ. angiopathy, γαλλ. angiopathie]

εγκεφαλ- & εγκεφαλο-

εγκεφαλ- & εγκεφαλο-: α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών που αναφέρονται στον εγκέφαλο: εγκεφαλο-νωτιαίος.|| Εγκεφαλο-γράφημα/~πάθεια. Eγκεφαλ-ίτιδα. [< διεθν. encephal(o)-, cérébro-]