Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγγειοπλαστείο [ἀγγειοπλαστεῖο] αγ-γει-ο-πλα-στεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εργαστήριο κατασκευής αγγείων: παραδοσιακά ~α.