Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγγελάκι [ἀγγελάκι] αγ-γε-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρός άγγελος και συνεκδ. κάθε αντικείμενο (κυρ. κόσμημα ή χριστουγεννιάτικο στολίδι) που έχει τη μορφή του: Ντύθηκαν ~ια με φτερά (για τη σχολική παράσταση). Βλ. διαβολάκι.|| Ασημένιο/κρεμαστό/κρυστάλλινο ~. 2. (μτφ.-οικ.) ως χαρακτηρισμός όμορφου και χαριτωμένου μικρού παιδιού ή γενικότ. ως προσφώνηση αγαπημένου προσώπου: Τι κάνει το ~ σας;|| Μου λείπεις ~ μου. Πβ. αγγελούδι. [1: μεσν. αγγελάκι]

διαβολάκι

διαβολάκιδια-βο-λά-κι ουσ. (ουδ.) ΑΝΤ. αγγελάκι 1. (μτφ.-οικ.) ζωηρό, δραστήριο και έξυπνο παιδί. Πβ. ζιζάνιο, πειραχτήρι. 2. μικρός διάβολος: Ντύθηκε ~ τις απόκριες.