Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • αγγούρι [ἀγγούρι] αγ-γού-ρι ουσ. (ουδ.) {αγγουρ-ιού} 1. μακρύ συνήθ., κυλινδρικό και σαρκώδες λαχανικό με πράσινο φλοιό που τρώγεται ωμό (κυρ. σε σαλάτα) ή γίνεται τουρσί: δροσιστικό ~. Εκχύλισμα/φέτες/φλούδα ~ιού. Τρυφερά ~ια. ~ια θερμοκηπίου. Βλ. ξυλ-, πικρ-άγγουρο. 2. (αργκό) για κάθε δύσκολη κατάσταση: Εδώ είναι το ~. Η δουλειά/ζωή είναι ~. Πολύ ~ αυτή η υπόθεση. Από δω και πέρα θα δεις τ' ~ια! Τα βρήκε ~ια (= σκούρα, συνάντησε μεγάλες δυσκολίες). ΣΥΝ. ζόρι (2), μανίκι (2), πακέτο (4), παλούκι (2) 3. {μόνο πληθ.} (αργκό) επιφώνημα απαξίωσης γι' αυτά που ισχυρίζεται, υποστηρίζει ο συνομιλητής. 4. (ευφημ.-αργκό) πέος. ● Υποκ.: αγγουράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αγγούρι της θάλασσας: ΖΩΟΛ. ολοθούριο. [< αγγλ. sea cucumber] ● ΦΡ.: σαν αγγούρι (μτφ.-προφ.): αδέξια, άκομψα· σπανιότ. ακοινώνητα: ψυχρός ~ ~. Περπατάει/στέκεται/χορεύει ~ ~., ξεβράκωτος στ' αγγούρια βλ. ξεβράκωτος [< μεσν. αγγούριν]
  • αγγουριά [ἀγγουριά] αγ-γου-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Cucumis sativus) με καρπό το αγγούρι. Βλ. πικρ~. [< μεσν. αγγουρία]

ξεβράκωτος

ξεβράκωτος, η, ο ξε-βρά-κω-τος επίθ. (οικ.) 1. που δεν φορά βρακί και κατ' επέκτ. είναι γυμνός. 2. (μειωτ., συνήθ. για γυναίκα) προκλητικά ντυμένος, ξετσίπωτος: Κυκλοφορούν ~ες στους δρόμους. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) πάμφτωχος: Από ~ έγινε εκατομμυριούχος.|| Την παντρεύτηκε ~η (: χωρίς προίκα, άφραγκη). ● ΦΡ.: ξεβράκωτος στ' αγγούρια (αργκό): ξυπόλυτος στ' αγκάθια.

ξυλο- & ξυλό- & ξυλ-

ξυλο- & ξυλό- & ξυλ-α' συνθετικό που αναφέρεται 1. στο ξύλο, κυρ. ως υλικό κατασκευής και στην ξυλεία: ξυλο-σκεπή. Ξυλό-σπιτο. Ξυλ-επένδυση.|| Ξυλο-κόπος. Ξυλ-ουργός.|| (ως ύλη για την οποία είναι κατάλληλο αυτό που δηλώνει το β' συνθ.) Ξυλό-κολλα/~προκα.|| Ξυλό-σομπα. 2. (μτφ.) στη σωματική βία: ξυλο-δαρμός.|| Ξυλο-κόπημα/~φόρτωμα.