Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγελαδινός , ή, ό [ἀγελαδινός] α-γε-λα-δι-νός επίθ. & (προφ.) αγελαδίσιος & (λαϊκό) γελαδινός & γελαδίσιος 1. που προέρχεται ή παράγεται από την αγελάδα: ~ό: βούτυρο/γάλα (βλ. κατσικίσιο, πρόβειο)/γιαούρτι/κρέας/τυρί. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από απραξία, νωθρότητα: ~ό: βλέμμα/ύφος.