Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγιάζι [ἀγιάζι] α-γιά-ζι ουσ. (ουδ.) (κυρ. λογοτ.) 1. έντονα αισθητή, διαπεραστική ψύχρα και υγρασία: βραδινό/πρωινό ~. Το ~ του χειμώνα. Με χτύπησε/τους τρώει τ' ~. Ένιωσε τ' ~ (: δυνατό κρύο). 2. πάχνη: Το ~ έκαψε τα φυτά. [< τουρκ. ayaz]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.