αγιασμός [ἁγιασμός] α-για-σμός & (επίσ.) α-γι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. σύντομη τελετή κατά την οποία ο ιερέας αγιάζει το νερό, με το οποίο ραντίζει και ευλογεί πιστούς, κτίρια, οχήματα, πλοία· το ίδιο το ράντισμα με την αγιαστούρα: Έγινε/τελέστηκε ~ για τη νέα σχολική χρονιά. Mε τον καθιερωμένο ~ό ξεκίνησε και επισήμως η λειτουργία του νέου οργανισμού. Βλ. εξ~. ΣΥΝ. καθαγιασμός 2. (συνεκδ.) το αγιασμένο νερό: Κάθε πρώτη του μηνός οι πιστοί εφοδιάζονται με ~ό. Ράντισαν το σπίτι/τα σπαρτά με τον ~ό των Φώτων. ΣΥΝ. αγίασμα (1) 3. ΘΕΟΛ. (λόγ.) απόκτηση αγιότητας: ο ~ της ζωής του χριστιανού. Σκοπός του μοναχισμού είναι ο ~ της ψυχής.4. (μτφ.-προφ.) για ποτό εξαιρετικής ποιότητας: Σκέτος ~ είναι αυτό το κρασί! ● ΣΥΜΠΛ.: αγιασμός/καθαγιασμός των υδάτων βλ. ύδωρ [< μτγν. ἁγιασμός]
ύδωρ
ύδωρ[ὕδωρ] ύ-δωρ ουσ. (ουδ.) {ύδ-ατος | -ατα, -άτων} (λόγ.): νερό: απεσταγμένο/ενέσιμο/θαλάσσιο/πόσιμο ~. Βαθέα/επιφανειακά (: λίμνες, ποτάμια, χείμαρροι, ταμιευτήρες)/παράκτια/υπόγεια ~ατα. Ρύπανση των ~άτων. ● ΣΥΜΠΛ.: αγιασμός/καθαγιασμός των υδάτων: ΕΚΚΛΗΣ. τελετουργική πράξη εξαγνισμού των υδάτων κατά την εορτή των Θεοφανείων., βαρύ ύδωρ & βαρύ νερό: ΧΗΜ. οξείδιο του δευτερίου (σύμβ. D2O), το οποίο επιβραδύνει τον ρυθμό ανάπτυξης των ζωικών οργανισμών· χρησιμοποιείται ως επιβραδυντής στους πυρηνικούς αντιδραστήρες. [< γαλλ. l' eau lourde] , βασιλικό ύδωρ: ΧΗΜ. κίτρινο διαβρωτικό μείγμα υδροχλωρικού και νιτρικού οξέος το οποίο έχει την ιδιότητα να διαλύει τα ευγενή μέταλλα, κυρ. τον χρυσό και τον λευκόχρυσο. [< λατ. aqua regia] , διεθνή ύδατα: ΝΟΜ. η θαλάσσια έκταση που βρίσκεται έξω από τα όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης και κατά συνέπεια δεν ανήκει σε συγκεκριμένο κράτος. ΣΥΝ. ανοιχτή θάλασσα (2), εσωτερικά ύδατα: ΝΟΜ. το σύνολο των στάσιμων (λίμνες, ταμιευτήρες) και ρεόντων (ποτάμια, χείμαρροι) επιφανειακών υδάτων και όλα τα υπόγεια ύδατα που βρίσκονται προς την πλευρά της ξηράς: ινστιτούτο ~ών ~άτων. Αλιεία στα ~ ~. [< αγγλ. inland waters] , ζων ύδωρ: ΘΡΗΣΚ. το νερό ως πηγή δύναμης και μέσο εξαγνισμού, η ζωοποιός θεία χάρη. Βλ. αθάνατο νερό., γλυκό νερό βλ. γλυκός, λιμνάζοντα νερά/ύδατα βλ. λιμνάζων, όμβρια ύδατα βλ. όμβριος, οξυγονούχο ύδωρ βλ. οξυγονούχος, χωρικά ύδατα βλ. χωρικός2 ● ΦΡ.: γη και ύδωρ βλ. γη, περί ανέμων και υδάτων βλ. άνεμος, ταράζω τα νερά βλ. νερό [< αρχ. ὕδωρ, γαλλ. eau]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.