Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αγιαστούρα [ἁγιαστούρα] α-για-στού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. το σκεύος και ιδ. το ματσάκι βασιλικού που χρησιμοποιείται για τον αγιασμό: ράντισμα με την ~. Βγήκε ο παπάς με την ~ του ν' αγιάσει τα νερά/να ευλογήσει τους πιστούς.|| (μτφ.) Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με την ~ (: με ευχές). 2. (σπάν., μτφ.-ειρων.) υπερβολικός έπαινος με σκοπό την κολακεία: Άρχισε πάλι την ~ για τ' αφεντικό του. [< μεσν. αγιαστούριν]