Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγιαστούρα [ἁγιαστούρα] α-για-στού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. το σκεύος και ιδ. το ματσάκι βασιλικού που χρησιμοποιείται για τον αγιασμό: ράντισμα με την ~. Βγήκε ο παπάς με την ~ του ν' αγιάσει τα νερά/να ευλογήσει τους πιστούς.|| (μτφ.) Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με την ~ (: με ευχές). 2. (σπάν., μτφ.-ειρων.) υπερβολικός έπαινος με σκοπό την κολακεία: Άρχισε πάλι την ~ για τ' αφεντικό του. [< μεσν. αγιαστούριν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.