Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


βασιλόπιτα

βασιλόπιταβα-σι-λό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. πρωτοχρονιάτικο παρασκεύασμα (κέικ, τσουρέκι, αλμυρή ή γλυκιά πίτα), με κρυμμένο νόμισμα, που θεωρείται ότι φέρνει τύχη σε όποιον το βρει στο κομμάτι του και κόβεται αμέσως μετά τον ερχομό του νέου έτους, αλλά και τις υπόλοιπες ημέρες του δωδεκαήμερου ή και μέχρι τον Φεβρουάριο (από υπηρεσίες, ιδρύματα, συλλόγους): η κοπή/το φλουρί της ~ας. Βλ. χριστόψωμο, -πιτα. ΣΥΝ. αγιοβασιλόπιτα, πίτα (3)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.