Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγιογράφηση [ἁγιογράφηση] α-γι-ο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ζωγραφικός διάκοσμος χριστιανικού ναού και η σχετική διαδικασία: (μετα)βυζαντινή/πλούσια ~. ~ αψίδας ιερού/εικόνων τέμπλου. ~ αγιορείτικης τεχνοτροπίας. Ξυλόγλυπτες ~ήσεις. Έκαναν έρανο για την ~ της εκκλησίας. Πβ. εικονογράφηση. Βλ. -γράφηση. 2. (μτφ.) εξιδανίκευση, αγιοποίηση: πρωτοφανής ~ γνωστού πολιτικού.

-γράφηση

-γράφηση{-γράφησης (λόγ.) -γραφήσεως | -γραφήσεις, -γραφήσεων}: λεξικό επίθημα ουσιαστικών με αναφορά στη γραφή, τη σχεδίαση, την απεικόνιση ή την καταγραφή: αγιο~/δακτυλο~/ηχο~/κινηματο~/(απο)κρυπτο~/λημματο~/μηχανο~/οπισθο~/πλαστο~/πολυ~/στενο~/συνταγο~/φωνο~/φωτο~/χαρτο~.|| (ΙΑΤΡ.) Ακτινο~/ραδιο~/σπινθηρο~. Πβ. -γραφία.|| Καταλογο~/κτηματο~/πολιτο~.