αγιογραφία [ἁγιογραφία] α-γι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. η τέχνη της απεικόνισης προσώπων ή σκηνών της χριστιανικής παράδοσης και (συνεκδ. κυρ. στον πληθ.) η ίδια η παράσταση: (μετα)βυζαντινή ~. ~ της Παναγίας. Έκθεση/εργαστήριο ~ας.|| Ψηφιδωτές ~ες. ~ες προφητών/στρατιωτικών αγίων. Ο διάκοσμος της εκκλησίας αποτελείται από εξαιρετικές ~ες. Πβ. εικονογραφία. Βλ. -γραφία.2. (μτφ.) υπερβολικά επαινετική βιογραφία, εγκώμιο: ~ ηγέτη/ήρωα. Κάνω την ~ κάποιου. Βλ. αγιοποίηση. ● ΦΡ.: σαν βυζαντινή αγιογραφία (προφ.): πολύ χλομός και αδύνατος. [< 2: γαλλ. hagiographie, αγγλ. hagiography]
αγιοποίηση
αγιοποίηση[ἁγιοποίηση] α-γι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. επίσημη ανακήρυξη ιερωμένου ως Αγίου από την Εκκλησία μετά τον θάνατό του. ΣΥΝ. αγιοκατάταξη. 2. (μτφ.) απόδοση υπερβολικών αρετών σε κάποιον ή κάτι, εξιδανίκευση: ~ ευεργέτη. ~ του κυβερνητικού έργου. Βλ. αγιογραφία, -ποίηση. ΑΝΤ. δαιμονοποίηση [< 1: γαλλ. sanctification]
-γραφία
-γραφία{-γραφιών} λεξικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. σύνταξη κειμένων συγκεκριμένου είδους και συνεκδ. το σύνολό τους· κατάλογος έργων· κειμενικό είδος: δημοσιο~/ειδησεο~/επιφυλλιδο~. Αλληλο~/αρθρο~.|| Βιβλιο~/φιλμο~.|| Βιο~/διηγηματο~/ηθο~/ιστοριο~/πεζο~/χρονο~.2. γνωστικό αντικείμενο, επιστήμη: γεω~/εθνο~/λαο~/λεξικο~/παλαιο~/πετρο~/στρωματο~/χαρτο~/ωκεανο~.3. τρόπο γραφής: κακο~/καλλι~/ορθο~. Στενο~.|| (ΛΟΓΙΣΤ.) Απλο~/διπλο~.|| (ΙΑΤΡ.) Α~/δυσ~.4. τεχνική ή τέχνη αποτύπωσης, εκτύπωσης και κατ' επέκτ. το ίδιο το δημιούργημα: ελαιο~/λιθο~/ξυλο~/υδατο~/χαλκο~. Ξηρο~/τυπο~/φωτο~. Σκηνο~.|| Γελοιο~/θαλασσο~/ιχνο~/προσωπο~/τοιχο~/τοπιο~. Χορο~.|| Αγιο~/εικονο~.5. ιατρική εξέταση και ειδικότ. διαγνωστική απεικόνιση: αγγειο~ (πβ. -γράφημα)/αρτηριο~/μαστο~.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.