Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγιοποιώ [ἁγιοποιῶ] α-γι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αγιοποι-εί, -ώντας | αγιοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. ΕΚΚΛΗΣ. ανακηρύσσω επισήμως κάποιον ως Άγιο: ~ήθηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Βλ. -ποιώ. 2. (μτφ.) αποδίδω υπερβολικές αρετές, εξιδανικεύω κάποιον ή κάτι: ~ούν το κέρδος. Οι οπαδοί του τον ~ησαν (= τον αποθέωσαν). ~ημένος: ήρωας. ΑΝΤ. δαιμονοποιώ [< μεσν. αγιοποιώ, γαλλ. sanctifier]

-ποιώ

-ποιώ(λόγ.) β' συνθετικό ρημάτων με τη σημασία του 1. κάνω κάτι: αξιο~ (βλ. -λογώ)/γνωστο~/ενοχο~/εντατικο~/ποινικο~.|| (με πρόθ.) Εκ~. 2. δίνω συγκεκριμένη μορφή: ψηφιο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.