Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγιωνύμιο [ἁγιωνύμιο] α-γιω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.) & αγιώνυμο: τοπωνύμιο από το όνομα Αγίου: Η περιοχή Άγιοι Ανάργυροι είναι ~. Βλ. -ωνύμιο. [< μεσν. αγιωνύμιο]

-ωνύμιο

-ωνύμιο: επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που αναφέρονται σε ονομασία: αγι~/ανθρωπ~/εδαφ~/ζω~/θεοτοκ~/να~/οικ~/τοπ~/υδρ~/φυτ~.|| Παρ~.