Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγκάθινος , η, ο [ἀγκάθινος] α-γκά-θι-νος επίθ. & αγκαθένιος: που έχει αγκάθια, που είναι φτιαγμένος ή σχηματισμένος από αγκάθια: ~ος: κάκτος. ~ο: λουλούδι/σύρμα. ~α: φυτά.|| (μτφ.) ~α: λόγια (: που πληγώνουν). Ο ~ (: βασανιστικός, μαρτυρικός) δρόμος της προσφυγιάς. ΣΥΝ. αγκαθερός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ακάνθινο/αγκάθινο στεφάνι βλ. ακάνθινος [< μτγν. ἀκάνθινος]

ακάνθινος

ακάνθινος, η, ο [ἀκάνθινος] α-κάν-θι-νος επίθ. (λόγ.): αγκαθωτός, ακανθώδης: ~ο: σύρμα (του φράχτη).|| (μτφ.) ~ο: θέμα. ΣΥΝ. αγκάθινος ● ΣΥΜΠΛ.: ακάνθινο/αγκάθινο στεφάνι & (λόγ.) ακάνθινος στέφανος: στεφάνι από αγκάθια, που φόρεσαν στον Χριστό κατά τη σταύρωσή του· κατ' επέκτ. οτιδήποτε προκαλεί πόνο, βάσανα: το ~ ~ του Εσταυρωμένου/του μαρτυρίου.|| Το ~ ~ των ξεριζωμένων. [< αρχ. ἀκάνθινος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.