αγκάθινος , η, ο [ἀγκάθινος] α-γκά-θι-νος επίθ. & αγκαθένιος: που έχει αγκάθια, που είναι φτιαγμένος ή σχηματισμένος από αγκάθια: ~ος: κάκτος. ~ο: λουλούδι/σύρμα. ~α: φυτά.|| (μτφ.) ~α: λόγια (: που πληγώνουν). Ο ~ (: βασανιστικός, μαρτυρικός) δρόμος της προσφυγιάς. ΣΥΝ. αγκαθερός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ακάνθινο/αγκάθινο στεφάνι βλ. ακάνθινος [< μτγν. ἀκάνθινος]
ακάνθινος
ακάνθινος, η, ο [ἀκάνθινος] α-κάν-θι-νος επίθ. (λόγ.): αγκαθωτός, ακανθώδης: ~ο: σύρμα (του φράχτη).|| (μτφ.) ~ο: θέμα. ΣΥΝ. αγκάθινος ● ΣΥΜΠΛ.: ακάνθινο/αγκάθινο στεφάνι & (λόγ.) ακάνθινος στέφανος: στεφάνι από αγκάθια, που φόρεσαν στον Χριστό κατά τη σταύρωσή του· κατ' επέκτ. οτιδήποτε προκαλεί πόνο, βάσανα: το ~ ~ του Εσταυρωμένου/του μαρτυρίου.|| Το ~ ~ των ξεριζωμένων. [< αρχ. ἀκάνθινος]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.