αγκάλη [ἀγκάλη] α-γκά-λη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αγκαλιά, κόρφος, στήθος και κατ' επέκτ. θαλπωρή, στοργή: ζεστή/πλατιά/τρυφερή ~. Έγειρε/έπεσε στην ~ του. Τον βάσταξε/δέχτηκε στην ~ της. Άνοιξε την ~ σου. Έλα στην ~ μου. Βρήκε παρηγοριά στην ~ της οικογένειάς του.|| (μτφ.) Η ~ της γης/του Θεού. Ξανάγινε δεκτός στις ~ες της πατρίδας του.2. (μτφ.-λογοτ.) μικρός κόλπος ή όρμος: Η βαρκούλα έστριψε στη γραφική ~. ● ΦΡ.: με ανοιχτές αγκάλες: με μεγάλη χαρά, ευχαρίστηση και προθυμία: Μας περίμεναν/υποδέχτηκαν ~ ~ (: εγκάρδια, ζεστά). [< γαλλ. à bras ouverts] , αφήνομαι/παραδίδομαι στην αγκαλιά/στις αγκάλες του Μορφέα βλ. Μορφέας [< αρχ. ἀγκάλη]
Μορφέας
ΜορφέαςΜορ-φέ-ας ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: αφήνομαι/παραδίδομαι στην αγκαλιά/στις αγκάλες του Μορφέα & στον Μορφέα: αποκοιμιέμαι. [< μτγν. Μορφεύς]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.