Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγκάλη [ἀγκάλη] α-γκά-λη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αγκαλιά, κόρφος, στήθος και κατ' επέκτ. θαλπωρή, στοργή: ζεστή/πλατιά/τρυφερή ~. Έγειρε/έπεσε στην ~ του. Τον βάσταξε/δέχτηκε στην ~ της. Άνοιξε την ~ σου. Έλα στην ~ μου. Βρήκε παρηγοριά στην ~ της οικογένειάς του.|| (μτφ.) Η ~ της γης/του Θεού. Ξανάγινε δεκτός στις ~ες της πατρίδας του. 2. (μτφ.-λογοτ.) μικρός κόλπος ή όρμος: Η βαρκούλα έστριψε στη γραφική ~. ● ΦΡ.: με ανοιχτές αγκάλες: με μεγάλη χαρά, ευχαρίστηση και προθυμία: Μας περίμεναν/υποδέχτηκαν ~ ~ (: εγκάρδια, ζεστά). [< γαλλ. à bras ouverts] , αφήνομαι/παραδίδομαι στην αγκαλιά/στις αγκάλες του Μορφέα βλ. Μορφέας [< αρχ. ἀγκάλη]

Μορφέας

ΜορφέαςΜορ-φέ-ας ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: αφήνομαι/παραδίδομαι στην αγκαλιά/στις αγκάλες του Μορφέα & στον Μορφέα: αποκοιμιέμαι. [< μτγν. Μορφεύς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.