Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγκίδα [ἀγκίδα] α-γκί-δα ουσ. (θηλ.) & αγκίθα: μυτερό κομματάκι ξύλου: ~ες βελανιδιάς. Προσπαθεί να βγάλει την ~ που μπήκε στο δάχτυλό/νύχι του. Πβ. ακίδα. ΣΥΝ. σκλήθρα (2), σχίζα [< μεσν. αγκίδα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.