Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγκίστρι [ἀγκίστρι] α-γκί-στρι ουσ. (ουδ.) {αγκιστριού}: εργαλείο ψαρέματος, μεταλλικό, καμπυλωτό και με μυτερή άκρη που στερεώνεται σε πετονιά ή δίχτυ και τοποθετείται πάνω του δόλωμα: Δολώνω το/ρίχνω το/ψαρεύω με ~. Κυκλικά ~ια. Τ' ~ια του παραγαδιού.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Οστέινα ~ια μεσολιθικής εποχής. ● Υποκ.: αγκιστράκι (το) ● ΦΡ.: πιάστηκε στ' αγκίστρι/αγκίστρια (μτφ.): έπεσε στην παγίδα: Θέλησε να τον εξαπατήσει, αλλά πιάστηκε ο ίδιος ~. Πβ. (πιάνω) στην απόχη., ρίχνω αγκίστρι/αγκίστρια (μτφ.-προφ.): επιδιώκω να επωφεληθώ, προσπαθώ να δελεάσω κάποιον: ~ει ~ στους αφελείς κι αυτοί τσιμπάνε! [< μεσν. αγκίστριν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.