Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αγκαζάρω [ἀγκαζάρω] α-γκα-ζά-ρω ρ. (μτβ.) {αγκάζαρα κ. αγκαζάρι-σα, -σμένος} (λαϊκό): εξασφαλίζω εκ των προτέρων τη δέσμευση, υπόσχεση ή συγκατάθεση κάποιου, κλείνω κάτι: ~ ένα συγκρότημα/ταξί/τραπέζι (= κάνω κράτηση). Με νίκη ~ουν σίγουρα τη δεύτερη θέση. Η θέση είναι ~σμένη (= καπαρωμένη, πιασμένη).