Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγκαλιάζω [ἀγκαλιάζω] α-γκα-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {αγκάλια-σα, -στηκε, -σμένος, αγκαλιάζ-οντας} 1. παίρνω, βάζω, κλείνω κάποιον ή κάτι στην αγκαλιά μου: ~ τα παιδιά μου. ~ το μαξιλάρι.|| (μεσοπαθ.) ~ονται και φιλιούνται. ~ονται με πάθος/με συγκίνηση. ~στηκαν θερμά/σφιχτά. Κοιμήθηκαν/ξύπνησαν/περπατούσαν ~σμένοι. ~σμένα: ζευγάρια/παιδιά/σώματα. 2. (στο γ' πρόσ.-μτφ.) περικλείει, περιτριγυρίζει: Τα βουνά ~ουν το χωριό. Το βλέμμα/μάτι ~ει τον χώρο. Η παραλία ~εται (: περιβάλλεται) από βράχια. 3. (στο γ' πρόσ.-μτφ.) περιλαμβάνει, καλύπτει· αφορά: Πόλη που ~ει όλες τις μορφές τέχνης.|| Το οικολογικό πρόβλημα ~ει ολόκληρο τον πλανήτη. 4. στηρίζω, υποστηρίζω, βοηθώ: Οι οπαδοί της ομάδας ~ουν την προσπάθεια των παικτών. Το κοινό τον ~σε με ενθουσιασμό/θέρμη. Οι πολίτες ~σαν (: ασπάστηκαν, υιοθέτησαν) την ιδεολογία/πολιτική του. Θεσμοί που ~στηκαν (: έγιναν αποδεκτοί) από τον λαό. 5. (στο γ' πρόσ.-μτφ.) είναι ή βρίσκεται πολύ κοντά: Ομάδα που ~ει το κύπελλο (: είναι πολύ κοντά στην κατάκτησή του). ● Παθ.: αγκαλιάζομαι {στον αόρ.} (σπάν.-μτφ.-οικ.): συγκρούομαι: ~στηκαν αστυνομικοί με αναρχικούς. [< μεσν. αγκαλιάζω, γαλλ. embrasser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.