Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αγκιτάτορας [ἀγκιτάτορας] α-γκι-τά-το-ρας ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. πρόσωπο που υποκινεί το πλήθος να διεκδικήσει κοινωνικά ή πολιτικά αιτήματα: επαναστάτες και ~ες. Πβ. δημεγέρτης, υποκινητής. [< γαλλ. agitateur]