Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγκούσα [ἀγκούσα] α-γκού-σα ουσ. (θηλ.) (ιδιωμ.) 1. δυσφορία, δύσπνοια λόγω έλλειψης αέρα, ασθένειας, πνιγμονής, πολυφαγίας: Από την κούραση του 'ρθε ~. 2. (κατ΄επέκτ.) αποπνικτική ατμόσφαιρα: ~ λόγω ζέστης/υγρασίας. 3. (μτφ.) θλίψη, μεγάλη στενοχώρια: Μια ~ τους γέμιζε/πλάκωνε τα στήθια για το βαρύ χρέος. Έχει ~ες και καημούς.αγκούσες (οι): αναστεναγμοί, βογκητά: Κλάματα κι ~ες. [< μεσν. αγκούσα]