Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγκυλοστομίαση [ἀγκυλοστομίαση] α-γκυ-λο-στο-μί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοίμωξη από παράσιτο που εγκαθίσταται στο έντερο: Η ~ συνοδεύεται κυρίως από σιδηροπενική αναιμία. Βλ. -ίαση. [< γαλλ. ankylostomiase, αγγλ. ankylostomiasis]

-ίαση

-ίαση: επίθημα ιατρικών όρων για δήλωση πάθησης ή νόσου: μολυβδ~/μυδρ~/μυκητ~/ψωρ~. Βλ. -ία, -ίτιδα, -πάθεια, -ωση2.