Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αγκύλωμα [ἀγκύλωμα] α-γκύ-λω-μα ουσ. (ουδ.) {αγκυλώμ-ατα} 1. τσίμπημα, τρύπημα: ~ αγκαθιών/βελόνας. 2. (μτφ.) στασιμότητα: ~ και δογματισμός. ~ στο παρελθόν. ΣΥΝ. αγκύλωση (2) [< μτγν. ἀγκύλωμα]