αγοραστικός , ή, ό [ἀγοραστικός] α-γο-ρα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αγορά: ~ή: ευκαιρία/συμπεριφορά. ~ό: ενδιαφέρον/κίνητρο/κλίμα/κοινό/μερίδιο. ~ πυρετός παραμονές Χριστουγέννων. Αυξημένη/μειωμένη/πεσμένη/υποτονική ~ή κίνηση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Δίνεται ασθενές/ισχυρό ~ό σήμα (: ένδειξη για αγορά μετοχών). ● ΣΥΜΠΛ.: αγοραστική αξία: ΟΙΚΟΝ. ανταλλακτική αξία: η ~ ~ του νομίσματος μιας χώρας/του χρήματος. Η ~ ~ του ακινήτου/της μετοχής/του µισθού/των προϊόντων. ΣΥΝ. αγοραία αξία/τιμή [< αγγλ. purchasing value] , αγοραστική δύναμη/ικανότητα: ΟΙΚΟΝ. τα αγαθά και οι υπηρεσίες που μπορούν να αγοραστούν με συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, εισόδημα: Η ~ ~ του μέσου πολίτη. [< αγγλ. purchasing power/capacity] [< αρχ. ἀγοραστικός ‘εμπορικός’, αγγλ. purchasing]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.