Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγρεργάτης [ἀγρεργάτης] α-γρερ-γά-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.) & αγροτοεργάτης: εργάτης που απασχολείται σε γεωργοκτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις τρίτων έναντι μισθού ή ημερομισθίου. Βλ. αλιεργάτης.

αλιεργάτης

αλιεργάτης[ἁλιεργάτης] α-λι-ερ-γά-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.): εργάτης σε αλιευτικό σκάφος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.