Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • αγριοβότανο [ἀγριοβότανο] α-γρι-ο-βό-τα-νο ουσ. (ουδ.) & αγριοβοτάνι: ΒΟΤ. ονομασία άγριων βοτάνων με φαρμακευτικές ιδιότητες: βουνίσια ~α (: θυμάρι, μέντα, φλισκούνι). Αιθέρια έλαια από ~α.