Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αγριομέλισσα [ἀγριομέλισσα] α-γρι-ο-μέ-λισ-σα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. άγρια μέλισσα (επιστ. ονομασ. Vespa crabro) που έχει κοντόχοντρο σώμα καφέ-κόκκινου χρώματος και κίτρινες ρίγες στην κοιλιά. Βλ. μπάμπουρας.

μπάμπουρας

μπάμπουραςμπά-μπου-ρας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) & (διαλεκτ.) μπούμπουρας: ΖΩΟΛ. έντομο (γένος Bombus) που ανήκει στα κολεόπτερα, έχει ισχυρό και επώδυνο κεντρί και βγάζει χαρακτηριστικό βόμβο καθώς πετά. Βλ. αγριομέλισσα, σκαθάρι. ΣΥΝ. μπούρμπουλας [< μεσν. μπάμπουλας]