Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • αγριόφατσα [ἀγριόφατσα] α-γρι-ό-φα-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.): άνθρωπος με άγρια χαρακτηριστικά ή/και έκφραση: Ήταν άσχημος, τριχωτός, ~. Ποια είναι αυτή η ~ που σε κοιτάει με μισό μάτι;