Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


αγροκαλλιέργεια

αγροκαλλιέργεια[ἀγροκαλλιέργεια] α-γρο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) & αγροτοκαλλιέργεια 1. ΓΕΩΠ. καλλιέργεια αγροτικών εκτάσεων: βιολογική (/οργανική)/βιώσιμη/εντατική ~. Εκσυγχρονισμός των ~ών. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) καλλιεργούμενη έκταση, χωράφι: ερημωμένες ~ες. Καταστροφή ~ών από τις βροχοπτώσεις. Βλ. -καλλιέργεια.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.